Ακολούθησε μας μέσω email

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ

Τα μεγάλα πλεονεκτήματα του Ηλεκτρισμού, παραγωγικότητα, καθαριότητα, εύκολη μεταφορά και διανομή σε επιθυμητά μεγέθη, δυνατότητα άμεσης χρήσης, σε συνδυασμό με την ταχεία ανάπτυξη συσκευών καθημερινής χρήσης και μηχανολογικού εξοπλισμού που καλύπτει το σύνολο σχεδόν των παραγωγικών αναγκών, είχαν ως αποτέλεσμα τη μεγέθυνση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας με ρυθμούς πολλαπλάσιους αυτών της ζήτησης πρωτογενών μορφών ενέργειας, και τον υπερδιπλασιασμό του ποσοστού της πρωτογενούς ενέργειας που καλύπτει τις ανάγκες της παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας, στην διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου.
Οι πρώτες μονάδες παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας σε διεθνές επίπεδο εμφανίζονται στην δεκαετία του 1880.
Από το 1880 μέχρι το 1950 παρήχθησαν 16.100 TWH εκ των οποίων 60% από θερμικούς σταθμούς και 40% από υδροηλεκτρικούς σταθμούς.
Στην δεκαετία του 1970 αρχίζει να χρησιμοποιείται η πυρηνική ενέργεια στο σύστημα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Το 1991 400 πυρηνικοί σταθμοί σε 28 χώρες καλύπτουν σημαντικό μέρος της ετήσιας παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας.
Οι δραστηριότητες γύρω από την ενεργειακή αλυσίδα, εξόρυξη – μεταφορά, μετατροπή, τελική χρήση ενέργειας, είναι η αιτία για μια σειρά δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων όπως: Η διαταραχή και η αλλαγή χρήσης του εδάφους, η καταστροφή οικοσυστημάτων, η ρύπανση των ακτών, η μόλυνση στο έδαφος, το νερό και τον αέρα, με άμεσες συνέπειες, τόσο στην υγεία του ανθρώπου, όσο και στο οικοσύστημα.
Η αλόγιστη χρήση της ενέργειας στην διάρκεια της βιομηχανικής εποχής και ιδιαίτερα κατά την μεταπολεμική περίοδο είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, ενισχύοντας το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Οι κίνδυνοι ατυχήματος από την λειτουργία των πυρηνικών Αντιδραστήρων, και το πρόβλημα αποθήκευσης των ραδιενεργών αποβλήτων, συνθέτουν το αντίπαλο δέος για την επιλογή πυρηνικών σταθμών.
Με την εμφάνιση του ηλεκτρισμού, η βιομηχανία θα γνωρίσει στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μία καινούργια τεχνολογική επανάσταση. Όπως η πρώτη, έτσι και η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση αλλάζει ουσιαστικά την πηγή ενέργειας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή και στις μεταφορές.
Πλάι στο γαιάνθρακα και στον ατμό, που κινούσαν μέχρι τότε τους τροχούς και τις μηχανές, θα εμφανιστούν τώρα το πετρέλαιο και ο ηλεκτρισμός. Αυτή η ενεργειακή επανάσταση ανατρέπει την βιομηχανική ζωή στο σύνολό της. 
Η ηλεκτρική ενέργεια, που υιοθετήθηκε από τις κοινωνίες, θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή των αγαθών, στον τρόπο χρήσης τους, στις επικοινωνίες, στις μεταφορές, σε όλη γενικά την κοινωνική ζωή.
Δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε πόσες οικιακές συσκευές εφευρέθηκαν (κουζίνες, ψυγεία, ηλ. σκούπες, σίδερα, πλυντήρια ρούχων και πιάτων, σεσουάρ, σόμπες κ.λ.π.) από την στιγμή που εμφανίστηκε ο ηλεκτρισμός, και πόσο το γεγονός αυτό άλλαξε ριζικά τις συνθήκες ζωής.
Ο ηλεκτρισμός ταυτίστηκε με το μοντερνισμό, γεγονός που επηρέασε την επιστήμη, την ιδεολογία, ακόμα και την πολεοδομία.
Προσέφερε παντού φωτισμό (η αντικατάσταση του φωτισμού με φωταέριο, στον φωτισμό με ηλεκτρική ενέργεια), θερμότητα και κινητήρια δύναμη.
Ο ηλεκτρισμός, και ό,τι συνοδεύει την εμφάνισή του, επιστήμη, τεχνικές εφευρέσεις, μεγάλες και μικρές μηχανές, εγκαταστάσεις, όλα αυτά προκάλεσαν την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο.
Το φως, η θέρμανση, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, η ηλεκτρονική, τα οπτικοακουστικά μέσα γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη.
Ο ηλεκτρισμός άλλαξε ριζικά και τον τρόπο παραγωγής, τον τρόπο μεταφοράς, την ανθρώπινη σκέψη και φαντασία.
Το κάρβουνο και το βαμβάκι, που κυριαρχούσαν επί έναν αιώνα, παραχωρούν την θέση τους στο χάλυβα και στην παραγωγή μηχανών και αυτοκινήτων. Η ηλεκτρόλυση του βωξίτη επιτρέπει τον μετασχηματισμό του αλουμινίου σε φθηνή πρώτη ύλη.
Ο ηλεκτρισμός επιβάλλει μακροπρόθεσμα νέες δομές στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Η ανάπτυξή του συνδέεται στενά με την κρατική εξουσία. Από τα πρώτα βήματά της η παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας προκάλεσε την επέμβαση του κράτους. Δοκιμάστηκαν διάφορες εναλλακτικές λύσεις ανάμεσα στην ελευθερία και τον έλεγχο, ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στη δημόσια επιχείρηση. Η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας αναπτύχθηκε σε ορισμένες προνομιακές τοποθεσίες.
Οι τοποθεσίες αυτές διαφέρουν ανάλογα με το είδος  της ηλεκτρικής ενέργειας, αν δηλαδή είναι θερμική ή υδραυλική.
Από τους τόπους παραγωγής η ηλεκτρική ενέργεια μεταφέρεται στην κατανάλωση με τοπικά  ή διασυνδεμένα εθνικά  ή και υπερεθνικά δίκτυα.
Έτσι η ανάπτυξη της παραγωγής και των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας περνάει  μέσα από την τοπική  ιστορία κάθε περιοχής.
Η εκπαίδευση , η παραγωγή  έργου , η βιομηχανία που παράγει υλικά και μηχανές, ο τελικός  αποδέκτης καταναλωτής  της ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να αναπτυχθούν.
Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αντιμετωπίζει στα πρώτα βήματά της εμπόδια που οφείλονται στο ότι η Ελλάδα είναι χώρα κυρίως αγροτική  και εμπορική, με ελάχιστα αστικά κέντρα και μικρή ανάπτυξη στον τομέα της βιομηχανίας.

Αρχικά η ηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιείται κυρίως για τον δημόσιο φωτισμό. Τα αστικά κέντρα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, και με την πυκνότητα του πληθυσμού τους, επιτρέπουν την εγκατάσταση ενός δικτύου κάποιων σοβαρών διαστάσεων.
Έτσι οι πρώτες βιομηχανίες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εμφανίζονται στις μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα, η Πάτρα, ο Πειραιάς, η Κέρκυρα, Η Θεσσαλονίκη κ.λ.π.
Η ηλεκτρική ενέργεια προσφέρεται στα μεταφορικά μέσα στον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο   
Η ηλεκτρική ενέργεια είναι δευτερογενής. Συνεπώς έχει ανάγκη από κάποιες πρωτογενείς πηγές ενέργειας. Τέτοιες πηγές ενέργειας είναι το πετρέλαιο, οι γαιάνθρακες, ο λιγνίτης, οι υδατοπτώσεις, και τέλος η πυρηνική ενέργεια. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξαρτιόταν από εισαγόμενες πρώτες ύλες, γαιανθράκων και πετρελαίου. Στην συνέχεια χρησιμοποιούνται κυρίως οι υδατοπτώσεις και οι λιγνίτες, ενώ η συμμετοχή του πετρελαίου τείνει να εξαφανιστεί.
Με τον τρόπο αυτό η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας  εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από εγχώριες πηγές.
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, η εξάρτηση από αγγλικά κεφάλαια και συμφέροντα οδήγησε στην επιλογή των εργοστασίων παραγωγής που χρησιμοποιούσαν το γαιάνθρακα ως καύσιμη ύλη, και παραμέλησε την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της υδραυλικής ισχύος, και στο ότι τα υδραυλικά έργα  απαιτούσαν τεράστιες επενδύσεις  και δεν υπήρχε το ανάλογο επενδυτικό ενδιαφέρον.
Σήμερα έχουμε το φυσικό αέριο, και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά πάρκα, κ.λ.π.
Τεχνολογικά η Ελλάδα εξαρτάται από χώρες που κατέχουν την τεχνολογία, όπως Αμερική, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία.
Αρχικά σε διεθνές επίπεδο, όταν εμφανίστηκε ο ηλεκτρισμός, υπήρξε η σκέψη να γίνει κρατικό μονοπώλιο όπως ήταν ο τηλέγραφος, αλλά  αργότερα το μοντέλο των παραχωρήσεων επικράτησε.
Στην Ελλάδα η κρατική παρέμβαση  σε τομείς ζωτικής σημασίας υπήρξε πάντα άμεση και πολυποίκιλη.
Η πρώτη εταιρία παραγωγής  ηλεκτρικής ενέργειας ιδρύεται στα τέλη του 1889 στην Αθήνα, στην οδό Αριστείδου, από την Γενική εταιρία Εργοληψιών. Η εταιρεία ανέλαβε με σύμβαση την παραγωγή και παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, για τον φωτισμό της Αθήνας, για την περιοχή που περικλείεται μέσα στα όρια της πλατείας Ομονοίας, της οδού Πανεπιστήμιου, της πλατείας Συντάγματος και των οδών Ερμού και Αθηνάς. Τα ανάκτορα θα είναι το πρώτο κτίριο που θα ηλεκτροφωτιστεί  στην Αθήνα το 1889.
Η εταιρεία με την σύμβαση υποχρεωνόταν να τοποθετήσει τα καλώδια στο υπάρχον δίκτυο του υπονόμου, όπου δεν υπήρχε δίκτυο υπονόμου, προσωρινά επιτρέπονταν εναέρια καλώδια, αλλά μόλις θα υπήρχε  δυνατότητα  υπόγειας εγκατάστασης η εταιρεία είχε  την υποχρέωση να καταργήσει το εναέριο δίκτυο.
Στις 5 Αυγούστου 1889 θα εκδοθεί το διάταγμα με τον Γενικό κανονισμό για τους όρους Ίδρυσης και λειτουργίας των καταστημάτων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και φωτισμού.
Ο Γενικός κανονισμός προέβλεπε ότι κάθε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ιδρυόταν μετά από έγκριση του σχεδίου του υπουργείου εσωτερικών. Το ρεύμα που παραγόταν ήταν συνεχές.
Ο κανονισμός έδινε όλους τους κανόνες που έπρεπε να τηρούνται στις εγκαταστάσεις παραγωγής  και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας.
Η γενική εταιρεία εργοληψιών είχε ιδρυθεί το 1888 μετά από τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας του αεριόφωτος Πειραιάς και την αλλαγή ονόματος της εταιρείας. Ιδρυτές τους ήταν οι: Μιχαήλ Μελάς (κτηματίας), Στέφανος Σκουλούδης (κτηματίας), Γεώργιος Αθηνογένης (τραπεζίτης), Ανάργυρος Σιμόπουλος (κτηματίας) και Νικόλαος Βλάγκαλης (μηχανικός).
Η Γενική Εταιρεία εργοληψιών αναλάμβανε έργα όπως το φωταέριο του Πειραιά, την κατασκευή του Σιδηροδρόμου  της Πελοποννήσου, τη διώρυγα της Κορίνθου,  τη διώρυγα της Λευκάδας, την εκμετάλλευση των θειωρυχείων της Μήλου, και λιμενικά έργα όπως: στην Σύρο, Καλαμάτα, Κυπαρίσσια, Κατάκολο, Κυλλήνη, Κύμη κλπ.
Το 1895 η Γαλλική εταιρεία των μεταλλίων Λαυρίου ηλεκτροφωτίζει την πόλη του Λαυρίου.
Τον Σεπτέμβριο του 1899  η Γενική Εταιρία εργοληψιών θα συμμετάσχει μαζί με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και την Thomson Houston της μεσογείου στην ίδρυση της ελληνικής Ηλεκτρικής Εταιρείας (Ε.Η.Ε).
Οι Αμερικανικές εταιρείες στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν την παγκοσμία αγορά, επιλεγούν στην Ευρώπη την Γαλλία για να εγκαταστήσουν τρεις εταιρείες. Το 1880  ο  όμιλος εταιρειών Ebison ιδρύει τρεις εταιρείες. την Industrielle Ebison, η οποία φτιάχνει λάμπες φωτισμού, την Electricite Edison η οποία κατασκευάζει μηχανήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και την Continentale  Edison, χρηματοδοτική εταιρεία η οποία κατέχει και εμπορεύεται τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας.  
To 1882 ο όμιλος εταιρειών Ebison θα ιδρύσει στην Γερμανία την Α.Ε.G και οι δραστηριότητές της μεταφέρονται στο Βερολίνο.
Το 1883 θα εγκατασταθεί στην Γαλλία η ThomsonHouston της Αμερικής με την ονομασία International ThomsonHouston.
Η ThomsonHouston μαζί με τον Βερολινέζο Lunwing Loewe, θα ιδρύσουν στην Γερμανία την Union Elektrizitats Gesellscaft (U.E.G).
Το 1892 στην Αμερική συγχωνεύονται οι δυο Εταιρείες  Ebison και Thomso,  και στην Γερμανία η θυγατρική της Edison, η Α.Ε.G και η θυγατρική της  International  ThomsonHouston, η U.E.G αποτελούν πια θυγατρικές του ιδίου ομίλου.
Κάτω από την καθοδήγηση  των Αμερικανών θα ιδρυθεί στις Βρυξέλλες η  ThomsonHouston της Μεσογείου.
Το 1898 η ThomsonHouston της Μεσογείου θα εμφανιστεί στην Ελλάδα διαμέσου του αντιπροσώπου της Κ.Δ.Νικολαΐδη για να διεισδύσει στην Ελληνική αγορά. Θα πετύχει να εξαγοράσει τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις της Γενικής Εταιρείας εργοληψιών.
Αμέσως μετά την εξαγορά θα προχωρήσει στη βελτίωση και επέκταση του κεντρικού σταθμού της Αθήνας, και θα υπογράψει συμβάσεις για τον ηλεκτροφωτισμό των δήμων  Αργοστολίου, Ερμούπολης και Πειραιά. Κατά προτεραιότητα επιδίωξε να εισχωρήσει στην αγορά της Αθήνας και της Πάτρας που αποτελούσαν τα σημαντικότερα αστικά και οικονομικά κέντρα της Ελλάδας. Στην προσπάθεια κατάκτησης της αγοράς της Πάτρας θα υπογράψει σύμβαση στις 29/09/1898 με το δήμο για τον φωτισμό της πόλης με  αέριο.
Η αγορά των εγκαταστάσεων φωταερίου κρίνεται από την εταιρεία ως αποφασιστικό βήμα για τον εκμηδενισμό του Ανταγωνισμού του φωταερίου και την αντικατάστασή του με ηλεκτροφωτισμό.
Η σύμβαση υπογράφηκε από τον Δήμαρχο της Πάτρας Θ. Κανακάρη και τον  Κ.Δ. Νικολαΐδη αντιπρόσωπο της ThomsonHouston της Μεσογείου.
Δεκέμβριος 1898 υπογράφεται σύμβαση μεταξύ του Δήμαρχου Κρανίων και της ThomsonHouston της Μεσογείου για την εγκατάσταση στο Αργοστόλι Μηχανημάτων παραγωγής Ηλεκτρικού Ρεύματος.
03 Ιανουαρίου 1899 υπογράφεται σύμβαση μεταξύ του Δήμαρχου Ερμουπόλης Στ. Βαφιαδάκη  και του αντιπροσώπου της εταιρείας  ThomsonHouston της Μεσογείου για την εγκατάσταση στην Ερμουπόλη Σύρου εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, δημοτικό  φωτισμό και παροχή ηλεκτρικού σε ιδιώτες για τον δημοτικό φωτισμό ή βιομηχανική χρήση.
Τον Μάρτιο του 1899 υπογράφεται σύμβαση μεταξύ του Δήμαρχου Καλαμάτας Π.Α. Μαυρομιχάλη και του Γ. Κονοπισόπουλου πτυχιούχου μηχανικού και παραχωρείται το δικαίωμα εγκατάστασης εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, για χρήση φωτισμού στο Δήμο και στους ιδιώτες για κάθε βιομηχανική επιχείρηση, για κινητήρια δύναμη, για θέρμανση, για χημικούς σκοπούς .
Στις 10 Απριλίου 1899 υπογράφεται σύμβαση μεταξύ της ThomsonHouston της Μεσογείου μέσω αντιπροσώπου της Δ. Νικολαΐδη με τον Δήμαρχο Πειραιά Τρ. Μουτζόπουλου για τον ηλεκτροφωτισμό του Πειραιά, και την εγκατάσταση εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
1899 ηλεκτροφωτισμός της πόλεως Αργοστολίου υπό της Ηλεκτρικής Εταιρείας  ThomsonHouston de la Mediterranee.
1899 ηλεκτροφωτισμός του Δήμου Ερμουπόλης.
Το 1899 ιδρύεται από την ThomsonHouston της Μεσογείου, την Εθνική Τράπεζα και την Γενική εταιρεία εργοληψιών, η Ελληνική  Ηλεκτρική εταιρία. Αμέσως μετά την ίδρυσή της η εταιρεία προχώρησε στη βελτίωση και επέκταση του εργοστασίου στην Αθήνα αλλά και στην ενίσχυση και επέκταση του Δικτύου της πόλης.
Στην συνεχεία θα επιδιώξει την κατασκευή και εκμετάλλευση των ηλεκτρικών τροχιοδρόμων της Πάτρας, της Αθήνας, του Πειραιά, καθώς και την ηλεκτροδότηση του σιδηροδρόμου Αθήνας – Πειραιά.
Μέσα σε έναν χρόνο εγκατέστησε κεντρικούς σταθμούς Π.Η.Ε σε τρεις πόλεις και ανέγειρε και έθεσε σε λειτουργία το νέο εργοστάσιο αεριόφωτος Πατρών. Προχώρησε στην αγορά οικοπέδου για την κατασκευή νέου κεντρικού Ηλεκτρικού σταθμού στο Φάληρο, που θα τροφοδοτούσε την Αθήνα και τον Πειραιά.
Το 1901 η Ελληνική Ηλεκτρική εταιρεία υπογράφει σύμβαση με την Ελληνική εταιρεία αεριόφωτος Αθηνών για να λήξει ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο εταιρειών για την ηλεκτροδότηση της Αθήνας .
Η Ελληνική Ηλεκτρική εταιρεία, αναλαμβάνει την παραγωγή Ηλεκτρικού ρεύματος , ενώ η εταιρεία αεριόφωτος αναλαμβάνει τη διανομή του ηλεκτρικού ρεύματος.
Το 1901 η Ελληνική εταιρεία υπέγραψε σύμβαση με την εταιρεία του Σιδηροδρόμου Αθηνών – Πειραιά για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για την έλξη των αμαξοστοιχιών, και την προμήθεια του υλικού που θα απαιτούσε η εφαρμογή της ηλεκτρικής έλξης.
Στην αρχή της δεκαετίας του 1880 και του 1890, στην Ευρώπη οι μηχανές συνεχούς ρεύματος χρησιμοποιούνταν για ανελκυστήρες  και γερανούς.
Οι ηλεκτρικοί κινητήρες αναπτύχθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1900.
Τον επόμενο χρόνο θα αρχίσουν οι εργασίες στον σταθμό της Αθήνας με κατεδάφιση των παλαιών και την ανοικοδόμηση κατάλληλων χώρων για την τοποθέτηση των μεγάλων συστοιχιών, και στο κεντρικό εργοστάσιο Φαλήρου για την εγκατάσταση νέων μηχανών παραγωγής ρεύματος.
Το 1902  η Ελληνική Ηλεκτρική Εταιρεία θα αναλάβει  να ηλεκτροφωτίσει την Κηφισιά και το Μαρούσι.
Το 1904 οι εργασίες θα βρίσκονται στο στάδιο αποπεράτωσης.
Το 1905 Ηλεκτρισμός της πόλεως της Χαλκίδος και του Πορθμού Ευρίπου υπό της (ThomsonHouston de la Mediterranee).
Από το 1906 η εταιρεία εγκαινίασε νέο κλάδο εργασιών, την παροχή ηλεκτρικής Δύναμης για κίνηση σε βιομηχανικά καταστήματα.
Το 1907 η Ελληνική Ηλεκτρική Εταιρεία εγκαταστεί ηλεκτρικούς κινητήρες σε τρία βιομηχανικά καταστήματα.
 Η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος  για την κίνηση κινητήρων γινόταν όλο και πιο σημαντική. Παρόλο που ο ηλεκτρικός κινητήρας φαινόταν να είναι μια ιδανική λύση, η ανάπτυξή του δεν έγινε μέσα σε λίγα χρόνια. Και αυτό γιατί είχε να αντιμετωπίσει προβλήματα, όπως: η υψηλή τιμή των κινητήρων, η υψηλή τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς επίσης και η έλλειψη εργαλειομηχανών που να ταιριάζουν στους ηλεκτροκινητήρες.
Τα επόμενα χρόνια η παροχή ηλεκτρικής δύναμης για κίνηση σημείωσε σημαντική ανάπτυξη στην Αθήνα, στον Πειραιά , στην Κηφισιά και τα περίχωρα αλλά και στην Σύρο.
Η Ελληνική Ηλεκτρική Εταιρεία δημιουργεί μηχανουργείο για την κατασκευή ηλεκτροκινητήρων, μέχρι το 1910 είχε κατασκευάσει 170 κινητήρες συνεχούς ρεύματος.
Το 1908 η Ελληνική ηλεκτρική εταιρεία θα υπογράψει σύμβαση με την εταιρεία Αεριόφωτος Αθηνών, για την κατάργηση του ιδιόκτητου ηλεκτρικού σταθμού της εταιρείας Αεριόφωτος  και εκχώρηση στην ελληνική Ηλεκτρική Εταιρεία.
Το 1909 οι τροφοδοτούμενοι με ηλεκτρικό ρεύμα τροχιόδρομοι του Πειραιά και της Πάτρας, όπως και ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος από την Αθήνα στον Πειραιά έχουν σε κυκλοφορία 183 αυτοκίνητες άμαξες που φέρουν συνολικά 364 ηλεκτροκινητήρες ολικής ισχύος 15.860 ΗΡ.
Το 1910 οι εγκαταστάσεις για άρδευση   στο λεκανοπέδιο στα κτήματα του Ρέντη υπερβαίνουν τις 100.
Το 1910, στον κεντρικό σταθμό Φαλήρου η εταιρεία είχε εγκατεστημένες τέσσερις ατμομηχανές τριπλής εκτόνωσης 750 χιλιοβάτ η καθεμιά και δύο ατμοστρόβιλους 1.000 χιλιοβάτ ο καθένας. Η συνολική εγκατεστημένη παραγωγική ισχύς ήταν 5000 Κwh δηλαδή 700ΗΡ.
1914 Ηλεκτροφωτισμός  της πόλεως Καλαμών υπό της Ελληνικής Ηλεκτρικής Εταιρείας (T.H. delaM).                                
Το 1914 η εταιρεία θα παραγγείλει στην Αμερική έναν νέο ατμοστρόβιλο 4000 χιλιοβάτ και στην Ελβετία δύο ατμολέβητες για τον κεντρικό σταθμό του Φαλήρου.
Το 1916 λόγω έλλειψης καύσιμης ύλης, η εταιρεία αναγκάζεται  να διακόψει τη λειτουργία τόσο του εργοστασίου αεριόφωτος στην Πάτρα, όσο και των τροχιοδρόμων της πόλης. Το 1918 η εταιρεία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και αναγκάζεται να υπογράψει σύμβαση με το κράτος για την προμήθεια καύσιμης ύλης με πίστωση, για να εξασφαλίσει την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος στις πόλεις της Αθήνας, του Πειραιά και των περιχώρων. Με την σύμβαση αυτή, το κράτος επεμβαίνει πλέον καθοριστικά στη λειτουργία της ηλεκτρικής Εταιρείας.
Οι δυσκολίες προμήθειας γαιανθράκων από την Αγγλία και την Αμερική συνεχίστηκαν, λόγω έλλειψης ατμόπλοιων για ναύλωση. Για το λόγο αυτό η εταιρεία αποφασίζει να αγοράσει το ατμόπλοιο ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Έμεινε αγκυροβολημένο στην Αλεξάνδρεια και τορπιλίστηκε από τους Γερμανούς.
Οι δυσχέρειες αυτές στην προμήθεια γαιανθράκων ανάγκασαν την εταιρεία να αντικαταστήσει τον γαιάνθρακα με καυσόξυλα. Λόγω έλλειψης βαγονιών για την μεταφορά των καυσόξυλων, κι επειδή τα βαγόνια εκτελούσαν στρατιωτικές μεταφορές, χρειάστηκε να αντικατασταθούν τα καυσόξυλα με λιγνίτη. Για τον σκοπό αυτό, η εταιρεία προχώρησε στην εξαγορά από την εταιρεία Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ και ΣΙΑ των μισών δικαιωμάτων της επί των ανθρακωρυχείων Ανδρονιάνων στη Κύμη. Το 1921 με την πτώση της τιμής του γαιάνθρακα και των ναύλων, η εταιρεία παύει πια να χρησιμοποιεί λιγνίτη. Το 1918 είκοσι μια πόλεις της Ελλάδος διαθέτουν εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής Ενέργειας στην Θεσσαλονίκη από το 1900, στην Έδεσσα και στη Βέροια από το 1917.
Το 1921 επαναλειτουργεί το εργοστάσιο Αεριόφωτος και των τροχιοδρόμων της Πάτρας και η πόλη απέκτησε και πάλι φωτισμό.
Το 1921 η ελληνική Ηλεκτρική Εταιρεία θα αναγκαστεί να πουλήσει τον ηλεκτρικό σταθμό της Σύρου αντί του ποσού των 500.000 δραχμών.
Τα επόμενα χρόνια η εξάπλωση της παραγωγής Ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι ραγδαία. Μέχρι το 1929, θα ηλεκτροδοτούνται όλες οι πόλεις της Ελλάδος με πάνω από 5000 κατοίκους, δηλαδή πάνω από 250 πόλεις. Η ηλεκτροδότηση των πόλεων αυτών γίνεται από πολλούς ανεξαρτήτως σταθμούς με μικρή εγκατεστημένη ισχύ μέχρι 50ΗΡ. Μόνο δύο σταθμοί της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, θα έχουν εγκατεστημένη ισχύ πάνω από 2000ΗΡ.
Μικρές ιδιωτικές Μονάδες Παραγωγής Η.Ε. με απλή άδεια.
Μικρές ιδιωτικές Μονάδες Παραγωγής Η.Ε. με προνομιακή άδεια.
Δημοτικές ή κοινοτικές  εγκαταστάσεις  Μ.Π.Η.Ε.
Το 1939 υπήρχαν ιδιωτικές εταιρείες με απλή άδεια.
54 ιδιωτικές με προνομιακή άδεια και 58 δημοτικές ή κοινοτικές.
Υπήρχαν και 10 εταιρείες που δούλευαν χωρίς άδεια.
Στη αττική υπήρχε η ηλεκτρική εταιρεία Αθηνών-πειραιώς (ΗΕΑΠ).
Το 1926 συστήθηκε η Ηλεκτρική Εταιρεία Παραγωγής. Κατασκευάζεται νέος κεντρικός σταθμός Π.Η.Ε Ισχύος 45.000 κw εναλλασσόμενου ρεύματος στο όρμο Αγίου Γεωργίου, Ο σταθμός θα τεθεί σε λειτουργία στις 12 Σεπτεμβρίου 1929, την ίδια χρονιά ολοκληρώνονται και οι εργασίες κατασκευής υποσταθμού στην  ομόνοια και του κέντρου διανομής του Πειραιά.
Το 1930 θα τεθεί σε λειτουργία η εναέρια γραμμή 22,000volt για τη μεταφορά Η.Ε στην Ελευσίνα και την  μάνδρα. Τέλη του 1930 θα γίνει εμφανής η έλλειψή κεφαλαίων των ελληνικών ηλεκτρικών εταιρειών της Αθήνας. Μη μπορώντας να βρουν άλλους τρόπους χρηματοδότησης των ηλεκτρικών εταιρειών θα πουλήσουν το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών στους άγγλους, με αυτόν τον τρόπο, η πλειοψηφία των εταιρειών θα περάσει σε αγγλικά χέρια.
Το 1930 η ΗΕΑΠ αναλαμβάνει να εκτελέσει η ίδια με δικές της δαπάνες την τροποποίηση των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων των πελατών για τη μεταφορά τους από το συνεχές ρεύμα τάσεως 110volt στο νέο εναλλασσόμενο ρεύμα τάσεως 220volt 50 περιόδων.
Η ελληνική ηλεκτρική εταιρεία ανέλαβε τον ηλεκτροφωτισμό των πόλεων. 1925 Ιωαννίνων, Ζακύνθου 1926, τον ηλεκτροφωτισμό και την ύδρευση του Λουτρακίου το 1927, το 1928 της Αιδηψού και της Τρίπολης. Επίσης εξαγόρασε ποσοστό μετοχών της βιομηχανίας παραγωγής ηλεκτρικών λαμπτήρων (Α.Ε.Ε.Η.Λ).
Η Ελληνική Ηλεκτρική εταιρεία από κοινού με την εθνική τράπεζα και την ELIN τεχνική εταιρεία της Βιέννης, εξαγόρασε το 1928 τις μετοχές της εταιρείας παραγωγής λαμπτήρων φως.
Τα εργοστάσια κατασκευής λαμπτήρων στην Ελλάδα ήταν τρία.
1)   Ανώνυμος ελληνική εταιρεία Ηλεκτρικών λαμπτήρων ιδρύεται το 1925.
2)   Ανώνυμος εταιρεία ηλεκτρικών επιχειρήσεων ιδρύεται το 1936.
3)   Γενική Ηλεκτροβιομηχανία Α.Ε. ιδρύεται  το 1939.
Με πρωτοβουλία της ελληνικής ηλεκτρικής εταιρείας ιδρύεται το 1933.
Η ένωση βιομηχανικών ηλεκτρισμού  της Ελλάδος.

Ο ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟΝ 1943.
  
Ο ηλεκτρισμός στη γεωργία εφαρμόζεται στην άροση, στο σβάρνισμα, στον αλωνισμό, στην άρδευση, στην τεχνητή βροχή, στις αποστραγγίσεις, στα τυροκομεία, στις μεταφορές.
Χρησιμοποιούνται ηλεκτρικές χορτοπιεστικές μηχανές, αλωνιστικές, ηλεκτρικά σιτηροκαθαριστήρια, ηλεκτρικοί σιτοδιαλογείς, ηλεκτρικές μηχανές για τον εκκοκκισμό του αραβοσίτου και του βαμβακιού, ηλεκτρικοί εξαεριστήρες στις αποθήκες, ηλεκτρικά αποξηραντήρια ψυγεία κάθε είδους.
Επίσης ηλεκτρικές μηχανές χρησιμοποιούνται στην αγροτική βιομηχανία και βιοτεχνία, σε μύλους γαλακτοκομεία, ελαιουργεία, οινοποιεία, υφαντουργεία κ.λπ.
Τον Ιούλιο του 1942 με πρωτοβουλία της εθνικής τράπεζας συστήθηκε επιτροπή για τη μελέτη των πηγών ενέργειας της Ελλάδος.
Τον Μάιο του 1947 καταρτίζεται μελέτη της U.N.R.R.A.  για την αξιοποίηση των υδατοπτώσεων και του λιγνίτη.
Μετά την  απελευθέρωση και επειδή για 8 χρόνια είχε ανασταλεί κάθε εξέλιξη, καταρτίστηκε τετραετές σχέδιο αποκατάστασης, που προέβλεπε την επιδιόρθωση των ζημιών από τον πόλεμο, και την παραπέρα ανάπτυξη της βιομηχανίας Ηλεκτρισμού.
Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό προβλεπόταν η κατασκευή :
Ενός υδροηλεκτρικού εργοστασίου στον ποταμό Λάδωνα της Πελοποννήσου
Ενός υδροηλεκτρικού εργοστασίου στον ποταμό Βουραϊκο της Πελοποννήσου
Ενός υδροηλεκτρικού εργοστασίου στον ποταμό Αχελώο της Δυτ.Στερεάς Ελλάδος.
Ενός υδροηλεκτρικού εργοστασίου στον Βόδα της Δυτ. Μακεδονίας
Ενός υδροηλεκτρικού εργοστασίου στον ποταμό Αράπισσα της Νάουσας Κεντρ.Μακεδονίας.
ενός υδροηλεκτρικού εργοστασίου στον ποταμό Λούρο της Ηπείρου.
Προσθήκης ενός στροβίλου εναλλακτικά στο εργοστάσιο Αθηνών ισχύος 30.000 KW.
Προσθήκης ομάδων παραγωγής ατμοστρόβιλου και μηχανών DIESEL στο θερμικό εργοστάσιο Θεσσαλονίκης.
Εργοστασίου με μηχανές DIESEL  στην καβάλα, εγκατεστημένη ισχύος 3.000 kw εργοστασίου με μηχανές DIESEL στην Αλεξανδρούπολη ισχύος 3.000 kw.
Έργων για την αποκατάσταση ζημιών πολέμου και μικρές προσθήκες σε διάφορες πόλεις.
Το 1946 παραχωρήθηκαν στην Ελλ. Ηλεκτρ. εταιρεία από τα εφόδια της U.N.R.R.A τρείς ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες των 400kw που τοποθετήθηκαν στον Ναύπλιο, Τρίπολη, και Ιωάννινα.
Το 1947 το κράτος θα διαθέσει στην Ε.Η.Ε τρεις ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες για την εγκατάσταση στο Ναύπλιο 400kw, για το εργοστάσιο της Καλαμάτας 750 kw, για το εργοστάσιο της Χαλκίδος 150KW.
Τον Μάιο του 1948 γίνεται η συγχώνευση της ηλεκτρικής εταιρείας Κατερίνης με την ελλην. ηλεκτρική εταιρεία.
Αύγουστος 1950 ιδρύεται η δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΔΕΗ.
Με την ίδρυση της ΔΕΗ κατέβαλε προσπάθειες να οργανωθούν οι τοπικές δημοτικές και ιδιωτικές ηλεκτρικές εκμεταλλεύσεις σε πέντε έως επτά οργανισμούς διανομής. Οι προσπάθειες έγιναν με την συμμετοχή της ελληνικής ηλεκτρικής εταιρείας και της ΗΕΑΠ.
Το 1956 ψηφίζεται ο νόμος 3523 ο οποίος προέβλεπε ότι την 1 Αυγούστου 1956 θα έληγαν όλες οι συμβάσεις και οι άδειες ηλεκτρικής εκμετάλλευσης στην ηπειρωτική Ελλάδα και Εύβοια. Από την ρύθμιση αυτή εξαιρέθηκε η ΗΕΑΠ οι δημοτικές εκμεταλλεύσεις Καβάλας, Λάρισας, και Γλαύκου Πατρών η εξαγορά των οποίων θα γινόταν το 1960.
Στη νησιώτική Ελλάδα μετά το 1960 έμειναν ακόμα περίπου 100 μικρές ηλεκτρικές εταιρείες των οποίων η εξαγορά έγινε μέχρι το 1963.
Σύμφωνα με τον ιδρυτικό Νόμο 1468/1950 ΦΕΚ169Α της 7ης Αυγούστου 1950, η ΔΕΗ έχει ως σκοπό «την κατασκευή και εκμετάλλευση υδροηλεκτρικών και θερμοηλεκτρικών εργοστασίων καθ’ πάσαν των χωρών των  εγκαταστάσεων εθνικού Δικτύου προς μεταφορών της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και των διάθεσιν αυτής.
Η ΔΕΗ είναι ο φορέας στον οποίο η κυβέρνηση αναθέτει το έργο του εξηλεκτρισμού της χώρας.
 Για την ανάπτυξη και λειτουργία της ΔΕΗ σημαντικές κρίνονται 3 υπό περίοδοι.
Η πρώτη καλύπτει την πενταετία 1950-1955 στην  διάρκεια της οποίας την ευθύνη της οργάνωσης και την εκτέλεση του προγράμματος είχε η αμερικανική εταιρεία EBASCO. Το πρώτο ενεργειακό πρόγραμμα προέβλεπε την κατασκευή των υδροηλεκτρικών σταθμών Άγρα(1954),Λούρου (1954) και Λάδωνα (1955) του ατμοηλεκτρικού σταθμού αλιβερίου (1953) και γραμμών μεταφοράς 150kv μήκους 1,125χ.λ.μ. για τη διασύνδεση των εργοστασίων ΑΓΡΑ-ΛΑΔΩΝΑ-ΑΛΙΒΕΡΙΟΥ.
Στην δεύτερη υποπερίοδο το πρόγραμμα περιελάμβανε την κατασκευή δύο θερμοηλεκτρικών σταθμών 79KW και 125mw στην Πτολεμαΐδα και των υδροηλεκτρικών σταθμών ταυρωπού 80mw και εδεσσαίου 28mw.
Στο πλαίσιο της πολιτικής αξιοποίησης και ελέγχου των εγχώριων ενεργειακών πόρων (λιγνίτης, υδροδυναμικό) το 1959 η ΔΕΗ εξαγόρασε τα 9/10 των μετοχών της λιπτολ ΑΕ. που εκμεταλλευόταν τα λιγνιτωρυχεία της Πτολεμαΐδας.
Το δίκτυο γραμμών μεταφοράς της Ηπειρωτικής Ελλάδος λειτούργησε μέχρι το 1964 σε τάση 150kv. Το 1960 πραγματοποιείται η διασύνδεση με την Ν. Γιουγκοσλαβία και αρχίζουν συζητήσεις με την Τουρκία.
Το 1960 εξαγοράζεται η ΗΕΑΠ με την εξαγορά της ΗΕΑΠ η εγκατεστημένη ισχύς των σταθμών  της ΔΕΗ ξεπέρασε τα 600 mw.Υπογράφεται σύμβαση μεταξύ ΔΕΗ και του ομίλου Pechiney-Νιάρχου-ΟΒΑ-COMPADEC)για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ισχύος 110mw ενέργειας 875 GWH για το εργοστάσιο αλουμίνας αλουμινίου, πρώτος καταναλωτής Υ.Τ της ΔΕΗ ήταν η βιομηχανία αζωτούχων λιπασμάτων(1964). Τη ίδια περίοδο λειτουργούν βιομηχανίες παραγωγής ηλεκτρικών συσκευών και μηχανημάτων όπως IZOLA ELKO PITSOS,BHK, KHM,EΛΒΗΜΑ, και ΤΕΧΝΙΚΑ ΜΑΛΚΟΥΤΣΗ..
Η Υποπερίοδος 1965-1973 θα ξεκινήσει ιδιαίτερα ελπιδοφόρα για την ΔΕΗ. Η αναβάθμιση  της εκπαίδευσης και η εντατικοποίηση της προσπάθειας οργάνωσης της επιχείρησης επιχειρείται με την ίδρυση της διεύθυνσης εκπαίδευσης και οργάνωσης και τη λειτουργία σχολών εκπαίδευσης για το τεχνικό προσωπικό. Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής ανατέθηκε για πρώτη φορά η κατασκευή υδροηλεκτρικού έργου (ΥΗΣ Καστρακίου) σε ελληνική κοινοπραξία.
Στο τομέα των γραμμών μεταφοράς ενισχύεται με έναν νέο κεντρικό κορμό με υπερυψηλή τάση 380kv αντί των 150 kv.
Η περίοδος 1974-1992 διακρίνεται σε δύο βασικές υποπεριόδους.
Το 1974 έτος αφετηρίας μιας νέας εποχής για τα ενεργειακά ζητήματα συμπίπτει με γεγονότα ιδιαίτερα σημαντικά για την ελληνική πραγματικότητα. Η πτώση της δικτατορίας και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις στον κοινωνικοοικονομικό ιστό της χώρας και στα εθνικά ζητήματα.
Από το 1974 βασική κατεύθυνση των προγραμμάτων της ΔΕΗ αποτελεί η ταχεία υποκατάσταση των εισαγόμενων (υγρών καυσίμων) με εγχώρια καύσιμα (λιγνίτης). Η παραγόμενη ενέργεια από λιγνιτικούς   σταθμούς από 4,961 gwh της συνολικά παραγόμενης ενέργειας στη χώρα το 1974 υπερδιπλασιάζεται μέχρι τις 1979 σε 9,423 gwh και φτάνει στις 11,675gwh το 1982.
Στις 08/12/1975 με βάση το Ν.134/75 πραγματοποιείται η συγχώνευση της Ανωνύμου ελληνικής Μεταλλευτικής και βιομηχανικής εταιρείας Λιγνιτωρυχείων Πτολεμαΐδας (λιπτολ) με την ΔΕΗ.
Στον Τομέα των κατασκευών η πολιτική της ενίσχυσης της συμμετοχής του ελληνικού κατασκευαστικού δυναμικού, συνεχίζεται με σημαντικότερη την παρέμβαση που επιχειρήθηκε με την προγραμματική συμφωνία ΔΕΗ-ΠΥΡΚΑΛ(1983) για την ελληνικοποίηση των κατασκευών της ΔΕΗ.
Η ΠΥΡΚΑΛ και από το (1985)η θυγατρική της ΕΤΕΚΑ αναλαμβάνουν την εκτέλεση των έργων.
Το 1980-1981 εντάσσονται στο σύστημα δύο μονάδες οι 3 και 4 του ΑΗΣ καρδιάς ισχύος 600mw.
Το 1984-1986 το σύστημα θα ενισχυθεί με 4 μονάδες του ΑΗΣ ΑΓ. Δημητρίου συνολικής ισχύος 1220Mw.
Το 1980 υπό την πίεση των αυξημένων περιβαλλοντικών προβλημάτων της Αθήνας διακόπτεται η λειτουργία του ΑΗΣ Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι ισχύος 470mw.
Στον τομέα των διασυνδέσεων το 1979 ενισχύεται με δεύτερη γραμμή 400kv  η Γιουγκοσλαβία το 1974 γίνεται διασύνδεση με την Αλβανία και το 1983 γίνεται διασύνδεση στα 220 kv με τη Βουλγαρία.
Στην διάρκεια των ετών 1974-1985 ο εξηλεκτρισμός της υπαίθρου και σε μεγαλύτερο βαθμό ο αγροτικός εξηλεκτρισμός αποτελούσαν τομείς στους οποίους συνεχίσθηκε η προσπάθεια ανάπτυξης του δικτύου. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η θέσπιση του νυχτερινού οικιακού τιμολογίου στην εξέλιξη τόσο της κατανομής φορτίου όσο και της ζήτησης ΗΕ.
Το 1985 η ΔΕΗ θα προωθήσει τον εκσυγχρονισμό του κέντρου κατανομής φορτίου με τη χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών στις περιφερειακές μονάδες.
Στη διάρκεια της υποπεριόδου 1985-1992 η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη αποτελεί το 71,20% της συνολικής παραγωγής.
Το 1989 προωθείται το έργο τηλεθέρμανσης των πόλεων Κοζάνης και Πτολεμαΐδας και μελέτη για την αποκατάσταση των εδαφών των λιγνιτωρυχείων Μεγαλόπολης και Πτολεμαΐδας.
Το 1990 οι πρωτογενείς μορφές ενέργειας, αποτελούν ο λιγνίτης, ο λιθάνθρακας  και το φυσικό αέριο. Στα τέλη του 2000 αναπτύσσονται ιδιωτικές εταιρείες ΠΗΕ με ανανεώσιμες μορφές, φωτοβολταικά  πάρκα, αιολικά πάρκα. κ.λ.π.
Η πολιτική συγκράτησης των τιμών κάτω του κόστους σε συνδυασμό με τη συσσώρευση ανείσπρακτων οφειλών από τους μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές, το δημόσιο και τη  τοπική αυτοδιοίκηση, την ανάπτυξη της γραφειοκρατίας, τη διοικητική απορρύθμιση, την αποδιοργάνωση των υπηρεσιών, την απουσία οικονομικού και τεχνικού ελέγχου, την αδυναμία της κοστολόγησης, την μη ορθολογική εκμετάλλευση των εγκαταστάσεων και την αδυναμία αξιοποίησης του ανθρωπίνου δυναμικού υπονόμευσαν διαχρονικά την θέση της επιχείρησης και τη  οδήγησαν σε οικονομικό αδιέξοδο.
Ο εκσυγχρονισμός του εξοπλισμού οι τεχνολογικές βελτιώσεις και η εισαγωγή συστημάτων που βελτιώνουν τη χρήση του υφιστάμενου εξοπλισμού αποτελούν τις ελπίδες για την οικονομική ανάκαμψη και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της επερχόμενης νέας περιόδου των υψηλών απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας και ορθολογικής χρήσης της ενέργειας .